Logo
Manos_Manolits
ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ·
Φανούριος Ζαχαριουδάκης
·
17 ώρ.
·
Ο Φτίονες
Η κρητική γλώσσα — όπως ίσως κι ούλες οι γλώσσες των λαών του κόσμου — δεν είναι μοναχά πλήθος από λέξεις γνωστές και ξεκάθαρες.
Έχει και λέξεις παράξενες, πρωτόγνωρες, ακαταλαβίστικες.
Λέξεις που, άμα τσι ακούσεις, λες από μέσα σου:
«Μα είντα, μωρέ, μα το Θιό ντου εννοεί; Δεν βγάνω άκρα…»
Μια τέθια λέξη είναι κι ο Φτίονες.
Δεν είμαι και πολύ σίγουρος αν λέγεται σ’ ούλη την Κρήτη·
ούτε καν αν απαντάται σ’ ούλη τη Μεσαρά.
Για να λέμε τα πράματα με τ’ όνομά ντως, ίσως να μην τη βρίσκει κιανείς παρά μοναχά στα χωριά Βορίζα και Γαλιά.
Και δε θα παραξενευτώ καθόλου αν δεν υπάρχει γραμμένη σε κιανένα επίσημο κρητικό λεξικό.
Κι όμως…
ήτονε λέξη ζωντανή, καθημερινή, απαραίτητη.
Σήμερο, αν την ακούσει ένας νεότερος, δε θα καταλάβει πράμα.
Αν όμως την ακούσει άνθρωπος τσ’ ηλικίας μου ή και μεγαλύτερος, όχι μόνο θα καταλάβει, μα θα γελάσει κιόλας — μια ουλιά παραπάνω.
Γιατί θα του ‘ρθουνε κατά νου παλιές θύμισες, και μαζί μ’ αυτές η αμηχανία που ένιωθε παιδί ακόμα, όταν άκουγε τους γεροντότερους να τη λένε και να απορεί:
«Είντα κοντό, Θε μου, θέλει δα να πει, ετούτος εδά;»
Κι όμως, πάντα καταλάβαιναν.
Οι παλιοί ελέγανε φράσεις σαν κι αυτές, χωρίς δεύτερη σκέψη:
— Άμε, μπρε γυναίκα, να μου φέρεις το φτίονε, ν’ αρμέξω τα πρόβατα.
— Ήρθα και σου κράτουνα το φτίονε, απού σού ‘χα παρμένο δανεικό από ντα πέρυσι.
— Δεν είχα τα μέντα μου κι επέρασε ο Φτίονες και δεν τονέ πήρα χαμπάρι.
— Επήρα τον Φτίονε κι επήγαμε στα κάτω περβόλια, ποτίσαμε τσι φασούλες και βρήκαμε και βρουβάσταχα.
— Ήρθενε ο Φτίονες στο γάμο, με τα μαύρα ντου στιβάνια και τη γκιλότα απού ‘ραψε στου Λατζούρου.
— Να παίξω θέλω μια του Φτίονε και θα δει τον ουρανό σφεντύλι.
— Μετά που ποσάκιασα τ’ άχερα, επέρναγε ο Φτίονες — απού να τονέ φάει η σκαρατσία — κι εφτάρμισε μου το γάιδαρο.
— Κένωσε, μπρε γυναίκα, να φάμε, μα βάλε και μια ουλιά από κεινονέ το φτίονε, απού τ’ ανεζήτιξα.
— Ερραβωνιάστηκε οψαργάς ο Φτίονε και μπαλοτοκοπούσανε ίσα με την ταχινή.
Τέθοιες φράσεις, κι άλλες τόσες, ελέγονταν καθημερινά.

Ο Φτίονες ήτονε άνθρωπος, πράμα, ζώο, γεγονός, αιτία, αποτέλεσμα — ό,τι ήθελες κάθε φορά.
Μια λέξη–ψωμοτύρι, για τις στιγμές που δεν εθυμόντανε το όνομα, ή δεν είχε και σημασία να το πεις.
Και το πιο παράξενο απ’ όλα;
Ποτέ δε σταματούσε η κουβέντα.
Ποτέ δε χαλούσε η συνεννόηση.
Όλοι μαντεύανε — και όλοι πέφτανε μέσα.
Και κάθομαι και συλλογιέμαι:
Ήτονε τόσο ξύπνοι οι παλιοί, που μισολέγοντας τα λόγια, ανάγκαζαν τους γιαποδέλοιπους να καταλαβαίνουνε;
Ή μήπως δεν έλειπε τίποτα απολύτως απ’ όσα λέγανε;
Γιατί, όπως το θυμούμαι εγώ,
ο ομιλητής τα ‘χε πει όλα…
με το Ν και με το Σ.
📌 Σύνταξη κειμένου – Φωτογραφία: Φανούριος Ζαχαριουδάκης
2 months ago

No replys yet!

It seems that this publication does not yet have any comments. In order to respond to this publication from Manos_Manolits , click on at the bottom under it